
Σαν αγγελοβάλσαμο, το άημα απ`τα στήθη, βγαίνει.
Αέλλαιο, αδείμαντο, τυρβάζει την αθαρρεσιά μου, που πάντοτε
αβουκόλητη κοιτιέτε στου εσώτερου μου κόσμου,
τον καθρέφτη.
Αγαλήνευτο, αήθη και αβόλευτο!
Μέσ` την αισθαντικότητα της στιγμής, μοιάζει
με αιμοσπερμικό αιθροβάτη που ηδονικά επιμένει,
να αιθεροβατεί, σε μια αθέμελη ευτηχία στοιβαγμένη συμμετρικά
κάτω απ`την αβέβηλη τλημοσύνη του.
Ξάφνου με ένα απότομο τάνυσμα
απλώνει άβουλος, τα αθέλγητρα, γεμάτα από τύλους
χέρια του και με μια τρυφηλή ταλαντεία,
σαν αρχαίος τευχηστήρος, αρπάζετε
απ` το Αόρατο!
Ένας ηδύμολπος, αήρουος, αινιγματοποιός!
Ένας τραγόμορφος, αιδνός, ταλαίφρων, που αδείλιαστα
δέχεται τα τελεστήρια!
Ο αδελφοποιτός τυμβοχόος, θα μείνει άγρυπνος
όλη τη νύχτα.
Το πλήθος, ζητωκραυγάζει!
Η αειζωϊα, είναι άλλη μια ψευδαίσθηση του όχλου!